ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΟ!!!ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΕΠΙΣΗΜΑ!!!ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ!!!ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΠΡΟΣΟΧΗ-ΑΠ 153/2017!!!Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΟΛΙΑΣ ΠΕΡΙΕΛΕΥΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΣΕ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ!!!ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ!!!Απόφαση 153 / 2017 (Δ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός153/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ!!!





  


ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΟ!!!ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΕΠΙΣΗΜΑ!!!ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ!!!ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΠΡΟΣΟΧΗ-ΑΠ 153/2017!!!Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΟΛΙΑΣ ΠΕΡΙΕΛΕΥΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΣΕ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ!!!ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ!!!Απόφαση 153 / 2017 (Δ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός153/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ!!!


ΑΠ 153/2017: ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ ΟΙ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ !!!

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΟΛΙΑΣ ΠΕΡΙΕΛΕΥΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΣΕ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ ΚΑΤΣΕΛΗ (ΑΠ 153/2017)

Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που εκδηλώθηκε – Πότε συντρέχει περίπτωση ενδεχόμενου δόλου !!!

Με την υπ’ αριθμ. 153/2017 απόφασή του ο Άρειος Πάγος (Δ’ Πολιτικό Τμήμα) παρέχει διευκρινίσεις αναφορικά με την έννοια της “δόλιας περιέλευσης” οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (ν. 3869/2010).
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α’ του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση, τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών.
Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ :
Απόφαση 153 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 153/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … ΑΕ», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Θ. του Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μπριντάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς: 1) Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, που δεν παραστάθηκε, 2) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, που δεν παραστάθηκε, 3) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «Τράπεζα … ΑΕ» και το διακριτικό τίτλο «Τράπεζα …», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη, 4) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ … ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 5) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «… ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου, 6) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «… ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 7) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο …, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 8) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 9) Σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδρομάχη Δεληκωστοπούλου και 10) …, με διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την κύρια παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «… ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ», μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 375/2013 μη οριστική και 95/2014 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2014 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 12- 10-2015 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 95/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και των παραστάντων (3ης και 5ης) προς κοινοποίηση τραπεζικών εταιριών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και του παραστάντος (9ου) προς κοινοποίηση Σωματείου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-5-2014 (αρ. κατ. 2/2014) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης – αιτούσας τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και προσβάλλει την υπ’ αρ. 95/2014 απόφαση του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε επίσης 1) στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 2) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, 3) στην Τράπεζα …, 4) στην Τράπεζα …, 5) στην Τράπεζα … ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, 6) στην Τράπεζα … ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, 7) στην Τράπεζα …, 8) στην Τράπεζα …, 9) στο Σωματείο … και 10) στην …, με το διακριτικό τίτλο …. Αναφορικά δε με το ζήτημα της παραδεκτής άσκησης της αίτησης αναίρεσης και την παθητική νομιμοποίηση αυτής, λεκτέα τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ορίζεται ότι «αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους». Κατά το άρθρο 769 εδ. γ’ ΚΠολΔ, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α’ ΚΠολΔ), το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που είχαν έννομο συμφέρον από τη δίκη. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση κατ’ αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει μεν να απευθύνεται καθ’ όλων εκείνων που έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, πλην όμως το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως και του διαδίκου, που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. (ΑΠ Ολ. 6/1999, ΑΠ 589/2001, ΑΠ 491/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στη δίκη ενώπιον του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου υπήρξαν διάδικοι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου και οι τραπεζικές εταιρείες προς τις οποίες έχει κοινοποιηθεί ως άνω η αίτηση αναίρεσης, ενώ επίσης είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας και τότε εφεσίβλητης το σωματείο … και η …. Κατά των ανωτέρω δεν στρέφεται η αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη του Εφετείου, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο της αναίρεσης, αλλά ο Άρειος Πάγος, που δικάζει την αναίρεση μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων, που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη και επομένως και του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. Και τούτο, διότι το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 760 δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους, που δεν κατέστησαν διάδικοι στη δευτεροβάθμια δίκη, αλλά και τους κατ’ αυτήν διαδίκους, κατά των οποίων δεν στρέφεται η αναίρεση. Επομένως, το Δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαίο, θα διατάξει την κλήτευσή τους κατ’ άρθρ. 748 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επομένως, κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία νομιμοποιείται παθητικά (άρθρ. 558 ΚΠολΔ), ενώ η μη απεύθυνση της αναίρεσης και κατά των λοιπών διαδίκων στο εφετείο – πιστωτριών Τραπεζών, δεν δημιουργεί το απαράδεκτο της συζήτησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη. Εξάλλου, οι προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντες δεν κατέστησαν διάδικοι, εφόσον δεν ανέλαβαν το δικαστικό αγώνα, ούτε η αναίρεση αφορά τις πρόσθετες παρεμβάσεις (ΑΠ 711/2015, ΑΠ 741/2013, ΑΠ 1236/2006). Επομένως η αναίρεση παραδεκτά δεν απευθύνεται κατ’ αυτών και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη, παραδεκτά, κατ’ άρθρ. 570 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, με τις από 21-10-2015 προτάσεις της, που είχε καταθέσει κατά την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω και ως προς το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες … ΑΕ και …, που ερημοδικάσθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση και την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατ’ αυτής πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β’ 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ’ άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως του άρθρου 553 ΚΠολΔ προς εκείνες των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αίτηση αναιρέσεως μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 855/2015, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 658/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 «ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» ορίζεται ότι «οι αποφάσεις του Δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας».
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε με απόντα τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, ως εκκαλούντα της με αρ. κατ. …2012 έφεσης και με απούσες την τράπεζα … ΑΕ και την τράπεζα …, ως 7η και 8η εφεσίβλητες στην με αρ. κατ. …2012 έφεση της τράπεζας …. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας σε αποφάσεις, που εκδίδονται με βάση τον ανωτέρω νόμο και συνεπώς δεν ισχύει στην παρούσα αναιρετική δίκη η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 855/2015 όπου παρ.).
Εξάλλου, όσον αφορά τις απολιπόμενες και σήμερα τράπεζες … ΑΕ και …, προς τις οποίες έχει κοινοποιηθεί η αναίρεση και οι οποίες είχαν ερημοδικήσει και στο εφετείο, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης και της μη οριστικής υπ’ αρ. 375/2013 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, που σημειωτέον είχε διατάξει την επανάληψη της συζήτησης των εφέσεων για περαιτέρω απόδειξη, προκύπτει ότι οι ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες είχαν δικασθεί σαν παρούσες, κατ’ άρθρ. 754 παρ. 2 περ. 1 όπως ίσχυε τότε (βλ. σελ. 3α της μη οριστικής ως άνω απόφασης) και είχαν κληθεί με την υπ’ αρ. …/2013 κλήση της τότε εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης – αιτούσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη δικάσιμο της 5-9-2013, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Άλλωστε και η αναιρεσίβλητη, στις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, όπως αυτές επίσης επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), επιβεβαιώνει ότι είχε καλέσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τις ανωτέρω ερημοδικασθείσες τράπεζες για να παραστούν στη δίκη της μετ’ απόδειξη συζήτησης στο, ως εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Ειδικότερα, από την υπ’ αρ. …/1-7-2013 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου, … και από την υπ’ αρ. …/5-7-2013 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Τ., προκύπτει ότι με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κοινοποιήθηκε πράγματι η ως άνω κλήση αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες στο, ως εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Επομένως, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση είναι πλέον τελεσίδικη, εφόσον δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά κατ’ άρθρ. 553 παρ. 1 σε συνδ. 769 ΚΠολΔ, απορριπτόμενων, όσων αντίθετων υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη με τις προαναφερόμενες προτάσεις της. Επίσης, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι η αναιρεσείουσα πιστώτρια Τράπεζα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την αναίρεση, διότι έχει αποδεχθεί την πρωτόδικη απόφαση με την είσπραξη των δόσεων, που αυτή είχε καθορίσει, πρέπει επίσης να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι μετά την παραδοχή της έφεσης τυπικά από την προσβαλλόμενη απόφαση η πρωτόδικη απόφαση (υπ’ αρ. 10/2012 Ειρηνοδικείου Ρόδου) ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση (ΑΠ 343/2013, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 456/2013) και συνεπώς ο ανωτέρω ισχυρισμός, που αφορά την πρωτόδικη απόφαση προβάλλεται απαράδεκτα ως πλημμέλεια της εφετειακής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δημοσιεύτηκε στις 11-6- 2012 και η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας ασκήθηκε στις 12-11-2012, με την κατάθεσή της στο Πρωτοδικείο Ρόδου, πριν την κοινοποίηση αυτής, δηλαδή άμεσα και συνεπώς δεν προκύπτει αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 576 §§ 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004). Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 § 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 1546/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 617/2014, ΑΠ 12/2011, ΑΠ 136/1999). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1ος, 2ος, 4η, 7η, 8η και 10η των καθών η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα, αντίστοιχα, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου, οι τραπεζικές εταιρείες, …, … και … BANK καθώς και το σωματείο …. Περαιτέρω, από τις εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς …/21-7-2015, …/10-7-2015, …/16-7-2015, …/9-7-2015 και …/9-7- 2015 του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Κ., καθώς και από την υπ’ αρ. …/23-7- 2015 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου, Σ. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα τράπεζα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 23-10-2015, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 σε συνδ. 575 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τη δικάσιμο της 19-2-2016, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους ανωτέρω απολιπομένους, προς τους οποίους κοινοποιείται σήμερα η αίτηση αναίρεσης. Επομένως, εφόσον έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να είχαν και αυτοί εμφανιστεί (άρθρ. 754 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της κατ’ άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στο Πρωτοδικείο Ρόδου).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 ν. 3995/2011, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση «των οφειλών τους» και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και απαλλαγή του πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο. Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνο, όταν αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου (αλλά και στην ερμηνεία), δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Αόριστη νομική έννοια αποτελεί και ο δόλος και άρα ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα γενόμενα ανέλεγκτα δεκτά από αυτό περιστατικά υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015).
Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές». Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ. που ορίζει ότι «με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το «αποδέχεται». Κατά τον προσδιορισμό της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου ο ποινικός κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας σύμφωνα με την οποία για την ύπαρξη της συγκεκριμένης μορφής υπαιτιότητας πρέπει να διακριβωθεί πρώτον μεν ότι ο δράστης προέβλεψε το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και δεύτερον ότι το αποδέχτηκε (Ολ.ΑΠ 8 και 11/2005, ΑΠ 69/2013, προβλ. επίσης ΑΠ 2149/2014). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου κι έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α’ του άρθρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση, τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού. Εξάλλου, από το προαναφερθέν άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και επί πλέον των όσων έχουν προεκτεθεί, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, 24/1992, ΑΠ 104/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει απορριπτέα την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως και ενώπιόν του με αυτοτελή λόγο έφεσης ένσταση της αναιρεσείουσας πιστώτριας από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, αξιώνοντας, περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και περιορίζοντας εσφαλμένα το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, σε περιπτώσεις απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του οφειλέτη (δηλ. άμεσου δόλου), ενώ για την παραδοχή της ως άνω ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και 330 ΑΚ.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της ασκηθείσας κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεσής της επανέφερε την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως άνω ένστασή της, παραπονούμενη για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα με το δεύτερο λόγο της έφεσής της η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τα εξής: «Στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχει προφανής δόλος στο πρόσωπο της αιτούσας και ήδη εφεσίβλητης. Ο δόλος συνίσταται στην από μέρους της ανάληψης της ευθύνης για αποπληρωμή χρέους συνολικού ύψους 442.596,16 ευρώ χωρίς να έχει τη σχετική οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στις ανειλημμένες οικονομικές της υποχρεώσεις. Σημειωτέον δε, ότι η οφειλή της αντιδίκου και μάλιστα σημαντικότατου ύψους, της οποίας ζητά τη ρύθμιση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, προέρχεται από μια σύμβαση στεγαστικού δανείου και από οκτώ συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ένα τόσο μεγάλο ποσό δεν είναι δυνατόν να έχει διατεθεί αποκλειστικά για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών. Δεν νοείται ποσό πίστωσης 257.541,05 ευρώ (αν εξαιρέσουμε το στεγαστικό δάνειο των 185.055,11 ευρώ) αποκλειστικά για τη αγορά καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών. Ποσά τόσο μεγάλου ύψους συναντώνται μόνο σε στεγαστικά δάνεια ή σε επιχειρηματικές πιστοδοτήσεις. Όταν μάλιστα αυτό το ποσό προέρχεται από ανακυκλούμενη πίστωση, εν γνώσει του γεγονότος ότι τα εισοδήματα της αιτούσας και ήδη εφεσίβλητης δεν θα της επέτρεπαν να αποπληρώσει αυτές τις υπέρογκες οφειλές, η δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής καθίσταται αυταπόδεικτη. Περαιτέρω, ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η αιτούσα – εφεσίβλητος δεν περιήλθε δολίως σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής μετά την ανάληψη των οφειλών της, κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι γνώριζε ήδη από το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων, ότι υπήρχε ένα συγκεκριμένο πιστωτικό όριο το οποίο αν το αξιοποιούσε θα καλείτο να το εξοφλήσει. Με άλλα λόγια η αντίδικος είχε περιέλθει με δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της, πριν καν ανακύψει η σχετική της ευθύνη γι’ αυτά καθώς σε περίπτωση που καλούνταν να καταβάλει τα ποσά που είχε δανειστεί δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί.
Συνεπώς, η υπερχρέωση της αιτούσας δεν οφείλεται μόνο στην επιβάρυνση της ως άνω οφειλής της με τόκους ή τυχόν έξοδα αλλά πρωτίστως στην οφειλή κεφαλαίου. Η επίκληση δε από την αιτούσα των περιορισμένων οικονομικών της δυνατοτήτων και περιουσιακών της στοιχείων, ενισχύει ακόμα περισσότερο τον ισχυρισμό ότι η αιτούσα ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών της είχε πρόθεση να δημιουργήσει χρέη με σκοπό να μην τα αποπληρώσει…».
Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε απορριπτέα την ως άνω ένσταση, ως αόριστη, με την εξής αιτιολογία: «Τέλος άπασες οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι κακώς έγινε η σχετική ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας καθώς αυτή είχε περιέλθει δολίως σε αδυναμία πληρωμών. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, διότι από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι υφίσταται συνυπαιτιότητα των τραπεζών ως προς την χρηματοδότηση της αιτούσας καθώς οι τράπεζες, επιδεικνύοντας βαριά αμέλεια, δεν εξακρίβωσαν τη δανειακή επιβάρυνση της τελευταίας, μολονότι είχαν την σχετική δυνατότητα με τη συνδρομή της τεχνολογίας (ηλεκτρονικά συστήματα «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ», «ΔΙΑΣ» κ.λπ.), ενώ δεν πρέπει να αγνοηθεί και η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω καταιγιστικών διαφημίσεων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία και σχεδόν επέβαλλε στους καταναλωτές την λήψη ιδίως καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών.
Συνεπώς σε τέτοιες περιπτώσεις και όταν πρόκειται για τραπεζικά ιδρύματα, αναγνωρίζεται πλέον ένα είδος συνευθύνης και συνυπαιτιότητας των δανειστών, καθόσον δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Δόλος θα μπορούσε να νοηθεί μόνο αν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, πραγματικά γεγονότα όμως που ουδόλως προβάλλονται και ουδόλως προέκυψαν. Και συγκεκριμένα εν προκειμένω η δανειακή υποχρέωση της αιτούσας προήλθε από μεταφορά του δανείου της, ώστε δεν είναι δυνατόν να επικαλούνται οι εκκαλούσες άγνοια περί της ύπαρξης του δανείου της αιτούσας. Σε κάθε περίπτωση στο αρχείο του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ καταγράφονται όχι μόνο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και δυσμενή στοιχεία των φυσικών προσώπων, αλλά και οι κάθε είδους ενήμερες οφειλές, ώστε τα τραπεζικά ιδρύματα είχαν τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την οικονομική κατάσταση της αιτούσας που είχε καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν τα τραπεζικά ιδρύματα. Ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των τραπεζών ότι η καταχώριση των ενήμερων οφειλών στο σύστημα του ΤΕΙΡΕΣΙΑ ξεκίνησε από τα μέσα του έτους 2009 και εντεύθεν και πάλι δεν αποδεικνύεται δολιότητα της αιτούσας. Και τούτο διότι η τελευταία δεν ήταν υποχρεωμένη με δική της πρωτοβουλία να ενημερώσει τις τράπεζες για προηγούμενο δανεισμό της, παρά μόνο ήταν υποχρεωμένη στα πλαίσια των χρηστών συναλλακτικών ηθών να ενημερώσει για την περιουσιακή της και εν γένει οικονομική της κατάσταση μόνο εφόσον τούτο της είχε ζητηθεί. Πλην όμως δεν προέκυψε, ούτε και οι ίδιες οι τράπεζες επικαλούνται, ότι ζητήθηκαν από την αιτούσα τα εν λόγω στοιχεία, σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε οι ίδιες οι τράπεζες να επικαλούνται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η αιτούσα υπέβαλε ψευδή ή ανακριβή αναφορά σχετικά με την περιουσιακή της κατάσταση. Την άποψη περί του ότι οι τράπεζες δεν ζήτησαν τα οικονομικά στοιχεία της αιτούσας, ενισχύει άλλωστε και η συνήθης πρακτική των τραπεζών να προβαίνουν σε τήρηση του έγγραφου τύπου για κάθε είδους δήλωση ή συναλλαγή με τους αντισυμβαλλόμενούς τους, ώστε αν είχαν ζητηθεί οι σχετικές πληροφορίες αυτό θα είχε περιληφθεί σε έγγραφο τύπο. Επομένως δεν προέκυψε ότι η αιτούσα εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας δολίως υποχρεώσεις της και την εν γένει οικονομική της κατάσταση. Όλα τα ως άνω ερείδονται επιπρόσθετα και στην υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων περί «…υπεύθυνου δανεισμού…» που θεσμοθετήθηκε πλέον νομοθετικά και στη χώρα μας με το άρθρο 8 της ΚΥΑ (Ζ1-699/ΦΕΚ Β 917/2010), σύμφωνα με τις διατάξεις της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε υπεύθυνο δανεισμό των οφειλετών τους και, ως εκ τούτου, υποχρεώνονται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις εξυπηρετώντας τις πληρωμές του, αν δε διαπιστώσουν ότι αυτό δεν συμβαίνει, θα πρέπει να απέχουν από το δανεισμό ακόμη και σε βάρος των οικονομικών τους συμφερόντων (να μην καταρτίσουν τη σύμβαση), εφόσον αυτό προβλέπεται πλέον από το νόμο και η συμπεριφορά αυτή συμβάλλει στην παγίωση της ασφάλειας στις συναλλαγές και στην προστασία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών που προσφεύγουν στον συνεχή τραπεζικό δανεισμό προφανώς για να αντιμετωπίσουν επείγουσες και ανεπίδεκτες αναβολής οικονομικές τους ανάγκες, χωρίς την απαραίτητη προς τούτο προηγούμενη και νηφάλια ώριμη σκέψη ως προς τις μελλοντικές αρνητικές επιπτώσεις, ήτοι σε πλήρη αντίθεση με τα αντισυμβαλλόμενα αυτών πιστωτικά ιδρύματα. Εφόσον δε δεν εξειδικεύονται άλλες ενέργειες με τις οποίες η αιτούσα απέκρυψε από τις πιστώτριες τράπεζες την οικονομική της κατάσταση και τις εν γένει οικονομικές της υποχρεώσεις, ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος». Μετά και από τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό τους τις εφέσεις των τότε εκκαλούντων Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου και οκτώ πιστωτικών ιδρυμάτων (Τραπεζών), μεταξύ των οποίων και αυτή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την ως άνω ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των οφειλών της, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 Ν.3869/2010 και δέχτηκε εν μέρει την αίτηση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα με το να απαιτήσει για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο αυτού και ειδικότερα εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε με την προσκομιδή πλαστών στοιχείων ή απόκρυψη των υποχρεώσεών του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, αποκλείοντας τη συνδρομή αυτής (δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών) σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου, ή παράλειψης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης, παραβίασε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ που προσδιορίζει την αόριστη νομική έννοια του δόλου και διακρίνει αυτόν σε άμεσο και ενδεχόμενο, καθόσον αξίωσε πρόσθετα στοιχεία απ’ αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει κατ’ άρθρ. 580 παρ. 3 περ. β’ ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο Δικαστή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1299/2015 όπου παρ., ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 95/2014 οριστική απόφαση του, ως εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή. Και Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής), θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολόγιου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ιστολόγιο.

loading...
Από το Blogger.