Η Προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστῆς!!!«ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ ΓΕΝΟΥ»† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

«Κύριε τῶν δυνάμεων, μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ…» 
 
ΜΙΑ, ἀγαπητοί μου, μία σύντομη καὶ χαρακτηριστικὴ προσευχὴ τῆς περιόδου τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς εἶνε ὁ ὕμνος τοῦ Μεγά­λου ἀποδείπνου «Κύριε τῶν δυνάμεων, μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοη­θὸν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν· Κύριε τῶν δυνά­μεων, ἐλέησον ἡμᾶς». Ἐδῶ δύο πράγματα ὁμολογοῦμε· τὴ δύναμι τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἀδύνατος. Ἀλλὰ τί λένε τώρα μερικοί·
―Δὲ ντρέπεστε στὸν αἰῶνα μας νὰ καλλι­εργῆτε τέτοιες ἰδέες; Ἀδύνατος εἶνε σήμερα ὁ ἄνθρωπος; Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια μπορεῖ νὰ ἦταν. Σπίτια τότε δὲν εἶχε, μέσα σὲ καλαμιὲς καὶ πάνω στὰ δέντρα ζοῦσε, ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα δὲν ὑπῆρχε, τὴ νύχτα φωτιζόταν μὲ δᾳδιά, ῥοῦχα δὲν εἶχε νὰ φορέσῃ καὶ κρύωνε, δέρ­ματα ζῴων φοροῦσε. Τώρα ὅμως εἶνε δυνατός, σχεδὸν παντοδύναμος! Δὲ βλέπετε τί ἔ­φτειασε καὶ ποῦ ἔφτασε· ἀεροπλάνα καὶ πυραύλους καὶ διαστημόπλοια, καὶ ταξιδεύει ψηλά, ἄγγιξε τὴ σελήνη. Τί ἄλλο θέλετε;…
Ὥστε λοιπὸν παντοδύναμος; Τὸ μεγαλύ­τε­­ρο ἁμάρτημα εἶνε ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ ἀλαζονεία. Ἂς χαμηλώσουν ὅμως τὸ ὕφος των, ἂς προσγειωθοῦν καὶ ἂς ταπεινωθοῦν.

* * *

Παρ’ ὅλα τὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐπιστήμης ὁ ἄνθρωπος ἐξακολουθεῖ νὰ εἶνε ἀδύνατος. Ἔχει ἀδυναμία. Ποῦ εἶνε ἡ ἀδυναμία του.
Δὲ διαβάσατε; Στὶς 19 Φεβρουαρίου 1985 ἕνα ἀεροπλά­νο ξεκίνησε ἀπὸ τὴ Μαδρίτη. Ὑ­πολόγιζαν σὲ μισὴ ὥρα νὰ φτάσῃ στὸν προορισμό του. Ἔ­φτασε; Δὲν ἔφτασε. Ἐκεῖ ποὺ τα­ξίδευε, κάτι συνέβη, ἔπεσε, συνετρίβη πάνω σ’ ἕνα βουνό, καὶ δὲ σώθηκε οὔτε ἕνας· 142 ἄτομα ἦταν μέσα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἕ­νας ὑπουργός. Κομμά­τια τοὺς περισυνέλεγαν, ἀλλοῦ τὰ κεφάλια ἀλλοῦ τὰ κορμιά… Νάτη ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου.
Προωδεύσαμε, παύσαμε νὰ περπατοῦμε μὲ τὰ πόδια καὶ μὲ τ’ ἀθῷα γαϊδουράκια. Τώρα ταξιδεύουμε μὲ ἀεροπλάνα καὶ αὐτοκίνητα. Γέμισε ὁ τόπος αὐ­το­κίνητα. Ὅταν ἦρθα στὴ Φλώρινα ὡς ἐπίσκοπος, λίγα αὐτοκίνητα ὑπῆρχαν· τώρα δὲν ἔχουμε δρόμους νὰ στα­θμεύσουν. Κανένα δὲν κατηγορῶ· οὔτε ἀπαγορεύεται νὰ ἔχῃ καθένας τὸ αὐτοκίνητό του. Ἀλλὰ ποιά ἡ ἀσφάλεια; Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἀ­γοράζεις τροχοφόρο – τί κάνεις· κινδυνεύ­εις. Ρωτῆστε αὐτοὺς ποὺ ξέρουν ἀπὸ αὐτοκίνητο. Ξέρετε ποιοί φοβοῦνται περισσότερο; Αὐ­τοὶ ποὺ ὁδηγοῦν· γιατὶ ξέρουν τὸ μηχανισμό. Ἀπὸ μία βίδα ―ἂν λασκάρῃ―, πάει τὸ αὐ­το­κί­νητο· ἔχασε ὁ σωφὲρ τὸν ἔλεγχο, ἐκτροχι­άζεται, καταστρέφεται. Κ’ ἔπειτα σοῦ λένε δυνατός. Ἄ, σπουδαία δύναμις ὁ ἄνθρωπος!
Θέ’ς κάτι ἄλλο; Λοιπόν, ἐκεῖ ποὺ εἶσαι ὑγι­ής —ἀπὸ μιὰ τρίχα ἐξ­αρτᾶται ἡ ζωή μας—, πάει μιὰ σταγόνα αἷμα στὸν ἐγκέ­φαλο καὶ παθαίνεις ἐγκεφαλικὸ ἐ­πεισόδιο. Ἄντε στὸ νοσο­κομεῖο νὰ τοὺς δῇς· οὔτε μι­λᾶνε, οὔ­τε κινοῦνται, οὔτε τίποτα. Σὰ νεκροί, σὰν φυτὰ εἶ­νε. Ἐκεῖ ποὺ κάθεσαι, ἐκεῖ ποὺ διαβάζεις, ἐκεῖ ποὺ μελετᾷς, ἐκεῖ ποὺ τρῶς, ἐκεῖ ποὺ κοιμᾶ­σαι, ἐκεῖ ποὺ περπατᾷς, μιὰ σταγόνα αἷμα καὶ τέλος. Τί λές, εἶνε δυνατὸς ὁ ἄνθρωπος;
Ρώτησε τοὺς γιατρούς· Μιὰ στα­γόνα αἵματος προκαλεῖ θρόμβωσι στὴν καρδιά, ἔμφρα­γμα, καὶ πάει ὁ ἄνθρωπος; Τί λές, εἶνε δυνατός;
Προσπαθοῦν οἱ ἐπιστήμονες, στύβουν τὸ μυαλό τους Ἀμερικανοί, Γάλλοι, Ἄγγλοι, ῾Ρῶ­σοι, νὰ βροῦν – τί; Κυνηγοῦν ὅ­πως ὁ κυνη­γὸς στὸ δάσος. Τί κυνηγοῦν; καμμιὰ τί­γρι, κανένα λιοντάρι; Κάτι ἀγριώτερο. Διότι κανένα λιον­τά­ρι καὶ καμ­μιά τίγρις δὲν ἔκανε τόση καταστρο­φή. Πῶς λέ­γεται τὸ θηρίο ποὺ κυνηγοῦν; Καρ­κίνος! Δὲ μποροῦν νὰ τὸ πιάσουν. Μικρόβιο εἶνε; τί εἶ­νε; Προσπαθοῦν, μὰ τίποτα. Πάει, τελείωσε ὁ ἄνθρωπος. Νά ἡ δύναμίς του!

* * *

Ἀδύνατος ὁ ἄνθρωπος σωματικῶς, ἀπὸ στι­γμὴ σὲ στιγμὴ κινδυνεύει. Μὰ πρὸ παντὸς ἀ­δύ­νατος ἠθικῶς καὶ πνευματικῶς. Μέσα του ἔχει τὸ κακό, φωλιάζει στὴν καρδιά του σὰν λερναία ὕδρα μὲ ἑφτὰ κεφάλια.
Δυστυχῶς δὲν τὸ αἰσθάνονται ὅλοι. Ὅποιος τὸ αἰσθάνε­ται ἀναστενάζει κι ἀγωνίζεται νὰ τὸ ξεῤῥιζώ­σῃ. Πόσες φορὲς ἀκοῦς «Θέλω, μὰ δὲν μπο­ρῶ»! Βλέπει ὁ ταλαίπωρος, ὅτι τὸ κακό, ὅποιο ὄνομα κι ἂν φέρῃ, εἶνε συμφορὰ – θάνατος, κι ὅμως δὲν τ’ ἀποφεύγει. Καταλαβαίνει λ.χ. αὐ­τὸς ποὺ καπνί­ζει, ὅτι τὸ κά­πνισμα βλάπτει. Προσπαθεῖ, μὰ πάλι τὸν βλέ­πεις μὲ τὸ τσιγάρο· δὲν μπορεῖ νὰ τὸ νικήσῃ. Νιώθει ὁ ἄλλος, ὅτι τὸ ἀλκο­ὸλ τοῦ σάπισε τὰ σπλάχνα, θὰ τὸν πεθάνῃ. Ἕνα διάστημα τὸ κό­βει· μὰ πάλι νάτον στὴν ταβέρνα. Βλέπει ὁ ἄλλος, ὅτι τὸ χαρτο­παίγνιο εἶνε παγίδα. Σταματάει γιὰ λίγο, καὶ πάλι νικιέται καὶ παίζει… Εἶνε αἰχμάλωτος τοῦ κακοῦ.
Τὸ δρᾶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔνιωθε ὁ ἀ­πόστολος Παῦλος, ποὺ ἔλεγε «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄν­θρωπος…» (῾Ρωμ. 7, 24). Ξέρω τὸ καλό, μὰ κάνω τὸ κακό. Τί ἀδυναμία εἶν’ αὐτή! κι ἂς φαίνεται φιλόσοφος κι ἂς ἔχῃ στέμμα. Ὁ Μέγας Ἀ­λέ­ξανδρος κατέκτησε τὸν κόσμο, ἔγινε κυρί­αρχος τῆς οἰκουμένης, ἐν τούτοις δὲν μπόρεσε νὰ νικήσῃ τὸν κακὸ ἑαυτό του· ἔγινε οἰ­νοπό­της στὰ τελευταῖα, καὶ πάνω στὴ μέθη σκότωσε τὸν καλύτερό του φίλο. Ὁ νικητὴς τῶν λα­ῶν νικήθηκε ἀπὸ τὸ πάθος! Γι’ αὐτὸ οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγαν, ὅτι «τὸ νικᾶν ἑαυτόν», τὸ νὰ νικᾶμε τὸν ἑαυτό μας, εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη νίκη.
Θυμᾶμαι ἕναν ἀείμνηστο πνευματικὸ πα­τέρα στὴν Καλαμάτα, τὸν Ἰωὴλ Γιαννακόπου­λο, ποὺ τὸν ἀξίωσε ὁ Θε­ὸς νὰ ἑρμηνεύσῃ ὅλη τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἦταν σπουδαῖος ἄνθρω­πος καὶ ἀσκητὴς μεγάλος. Τὸν ῥώτησαν κά­πο­­­τε· —Πάτερ Ἰωήλ, τί ἐπιθυμεῖς νὰ γίνῃς; —Ζη­τῶ μεγάλα πράγματα. —Τί, θέλεις νὰ γίνῃς δεσπότης; —Μικρὸ εἶν’ αὐτό. —Τί θέλεις, νὰ γί­­νῃς ἀρχιεπίσκοπος; —Μικρὸ εἶνε κι αὐτό. ―Ἔ, θέλεις νὰ γίνῃς πατριάρχης; —Μικρὸ κι αὐτό. —Δὲ σὲ καταλαβαίνω· τί θέ’ς νὰ γίνῃς, αὐτοκράτορας; —Ναὶ αὐτοκράτορας, ἀλλὰ μὲ δασεῖα. Κόψανε τώρα τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα. Ἔχει σημασία αὐτὸ ποὺ εἶπε. Αὐ­τοκρά­τωρ μὲ ψιλὴ εἶνε αὐτὸς ποὺ κυριαρχεῖ σ’ ἕνα κράτος, αὑ­τοκράτωρ μὲ δασεῖα εἶνε αὐτὸς ποὺ κυριαρχεῖ στὸν ἑαυτό του. Νά ἡ σημασία. Αὐτό, λέει, προσπαθῶ νὰ κατορθώσω. Τί νὰ τὸ κάνῃς ν’ ἀνεβῇς στὰ ὕψιστα ἀξιώματα, ἂν δὲν μπορῇς νὰ κυβερνήσῃς τὸν ἑαυτό σου;
Ἀδύνατος, πολὺ ἀδύνατος ὁ ἄνθρωπος. Ἡ Νεκρώσιμος ἀκολουθία λέει· «Ἐμνήσθην τοῦ προφήτου βοῶντος· Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σπο­δός». Τί εἶμαι; λέει· δὲν εἶμαι τίποτα, μία χούφτα χῶμα καὶ στάχτη. Ποιός εἶνε ὁ προφήτης ποὺ τὸ εἶπε αὐτό; Ὁ Ἀβραάμ (Γέν. 18,27).
Ὅταν συνειδητοποιοῦμε τὴν ἀδυναμία μας, τότε ἀναγκαζόμεθα νὰ ζητήσουμε καταφύγιο στὸ Θεό. Ὅλοι! Ἔρχονται στιγμές, ποὺ καὶ ὁ πιὸ σκληρὸς ἄνθρωπος βλέπει τὴν ἀ­δυναμία του. Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ ἄπιστοι ἔρχεται στιγμὴ ποὺ ζητοῦν τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χαρίλαος Φλωράκης, ἀρχηγὸς τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, ρωτήθηκε ἀπὸ ἕνα δημοσιογράφο· —Πιστεύεις στὸ Θεό; —Ὄχι, εἶπε· ἐμεῖς εἴμεθα ἄθεοι. Ἀλλὰ μετὰ σταμάτησε, σκέφτηκε, καὶ συνέχισε· Τί νὰ σοῦ πῶ· μιὰ φορὰ στὸ βου­νό, ἐκεῖ ποὺ ἤμουν ἀντάρτης στὸν Ὄλυμπο, καθὼς τὸ πρωΐ σηκώθηκα, ἀκούω ἕνα σφύρι­γμα· ἕνα πελώριο φίδι ἐρχόταν πάνω μου. Τό­τε θυμήθηκα τὴ γιαγιά μου, ποὺ καθὼς μὲ εἶ­χε στὰ γόνατα μοῦ ᾿λεγε νὰ κάνω τὴν προσ­ευχή μου ὅταν κινδυνεύω, καὶ φώναξα· Παναγιά, βοήθα με!…
Βοήθεια ζητάει κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος, κι ὁ μικρὸς κι ὁ μεγάλος. Βοήθεια ζητάει ὁ ἄρ­­ρωστος στὸ κρεβάτι. Βοήθεια! φωνάζει ὁ ναύ­της μέσ᾿ στὰ ἄγρια κύματα τοῦ πελάγους. Βο­ήθεια ζητάει ἡ χήρα καὶ τὸ ὀρφανό. Ὅλοι φω­νάζουν βοήθεια, μὰ κυρίως γιὰ τὰ μικρά, τὰ ὑ­λικὰ καὶ σωματικά. Ἕνα δὲ λέμε· Βοήθα με, Θεέ μου, ν’ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὸ πάθος μου, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Βλέ­πω σὰν κῦμα τὸν κακὸ λογισμό, νιώθω ὅτι κινδυνεύω, βοήθα με νὰ μὴν τὸν δεχτῶ καὶ βρεθῶ στὴν ἄβυσσο! Αὐτὴ τὴν ἀνάγκη δὲν τὴν αἰσθάνονται πολλοί. Δὲ λέμε, Βοήθησέ με, Κύριε, νὰ στα­θῶ στὰ πόδια μου, νὰ μὴν ὑποχωρήσω, νὰ μὴ γίνω θῦμα. Δὲ λέμε, Βοήθησέ με, Κύριε, νὰ παλέψω μὲ τὸ διά­βολο, ὅπως πάλεψες ἐσὺ καὶ τὸν νίκησες.
Ἂν ποῦμε, «Κύριε τῶν δυνάμεων», βοήθη­σέ με· βλέπω τὴν ἀσθένειά μου, ὅτι εἶμαι ἕνα μηδέν, καὶ ζητῶ τὴ βοήθειά σου, τότε ὁ Κύριος θ’ ἀπαντήσῃ «Ἐν τούτω νίκᾳ»!

* * *

Καὶ σήμερα, ἀγαπητοί μου, καὶ αὔριο καὶ μέ­χρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ ἄνθρωπος θὰ αἰσθάνεται πάντοτε τὴν ἀδυναμία του. Γι’ αὐ­τὸ ἂς γονατίζῃ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἂς τὸν παρακαλῇ καὶ ἂς κράζῃ· «Κύριε τῶν δυνάμεων, μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοη­θὸν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν· Κύριε τῶν δυνά­μεων, ἐλέησον ἡμᾶς».
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 25-2-1985, Καθαρὰ Δευτέρα ἑσπέρας)
Η Προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστῆς!!!«ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ ΓΕΝΟΥ»† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Η Προσευχή της  Μεγάλης Σαρακοστῆς!!!«ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ ΓΕΝΟΥ»† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Reviewed by Markella Toufexi on Μαρτίου 13, 2016 Rating: 5